Του Θόδωρου Ντρίνια

Στο πρόσφατο κείμενό του, με τίτλο Τζογάροντας στο μίσος: Η εργαλειοποίηση της αγανάκτησης, ο Γ. Ρακκάς τοποθετείται αποφασιστικά και με όρους πολιτικής στρατηγικής απέναντι στις ρητορικές μίσους και διχασμού που χρησιμοποιούνται τυχοδιωκτικά ως εργαλείο για την πολιτική άνοδο προσώπων και πολιτικών οργανώσεων, ήδη από τη «δεκαετία των μνημονίων» και των κινητοποιήσεων για τη Συμφωνία των Πρεσπών, ενώ γνωρίζουν την πιο επικίνδυνη άνθιση την τρέχουσα περίοδο της πανδημίας. Είναι φανερό ότι ο Γ. Ρακκάς βγάζει συμπεράσματα παρατηρώντας, κατά κύριο λόγο, ένα μαζικό (κατά περιόδους πλειοψηφικό), ρευστό, συχνά παλινδρομούντα μεταξύ αυτών που ονομάζονται καταχρηστικά «αριστερός» και «δεξιός λαϊκισμός», πατριωτικό χώρο, του οποίου το πιο αυθεντικό χαρακτηριστικό είναι η γνήσια αγανάκτηση για την ταυτόχρονη ατομική, κοινωνική και εθνική υποβάθμιση. Ιδιαίτερα τα βέλη του στρέφονται εναντίον των πολυάριθμων ηγετών, ηγετίσκων, παραγόντων, οργανώσεων και δικτύων που επιθυμούν να κεφαλαιοποιήσουν την πολιτική υπεραξία που παράγει αυτή η αγανάκτηση, απειλώντας να βουλιάξουν σε μια εμφυλιοπολεμική Βαβέλ μια χώρα που δεν έχει βρει ακόμα τα «πατήματά» της μετά το σοκ των μνημονίων και ενώ βρίσκεται υπό άμεση νεο-οθωμανική απειλή, δοκιμάζεται επιπλέον από τις επιπτώσεις της πανδημίας.

Μια τέτοια τοποθέτηση, θέλοντας και μη, θέτει σε διαδικασία επανακαθορισμού ή αναπροσανατολισμού τη βασική γραμμή πολιτικής αντιπαράθεσης από μεριάς του δημοκρατικού πατριωτικού χώρου που είναι εκείνη πατριωτισμού/εθνομηδενισμού. Προς τούτο συνηγορούν τόσο πρόσφατα εμπειρικά δεδομένα που εντοπίζονται στο εσωτερικό των δύο αντιτιθέμενων πόλων, όσο και γενικότερες εξελίξεις στο δυτικό πολιτικό σύστημα εξαιτίας της προϊούσας αδυναμίας της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας που γνωρίσαμε τα τελευταία 30 χρόνια να συνεχιστεί ως είχε. Για παράδειγμα, έκπληκτοι παρακολουθούμε τους τελευταίους μήνες «πατριώτες» να ανάγουν σε «μητέρα όλων των μαχών» την αντίσταση στον …Τσιόρδα και στα περιοριστικά μέτρα που εισηγείται ενώ απαξιούν να ασχοληθούν με το επιθετικό ξεσάλωμα του νεο-Σουλτάνου Ερντογάν! Ή, κάθε φορά που η κυβέρνηση κάνει ένα μικρό πατριωτικό βήμα, υπό την πίεση σοβαρών γεγονότων, να χλευάζουν και να προειδοποιούν ότι πρόκειται για τρυκ «για να μας ξεγελάσουν και έπειτα να μας προδώσουν» στη …Νέα Τάξη. Αντίστοιχα, αμήχανοι παρακολουθούμε «εθνομηδενιστές» να ανησυχούν για την τουρκική επιθετικότητα ή τον ισλαμικό σεκταρισμό ή τη χρόνια απαξίωση των θεσμών του έθνους-κράτους. Τα αντιφατικά αυτά φαινόμενα αναδύονται μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο αναδιάταξης και αναπροσανατολισμού του δυτικού πολιτικού συστήματος, το οποίο κάτω από την πίεση της διάχυτης αγανάκτησης των «χαμένων της παγκοσμιοποίησης» και τη συνακόλουθη απειλή απονομιμοποίησής του, αναγκάζεται να αποστασιοποιηθεί από τις απαιτήσεις της ξέφρενης οικονομικής και πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης και την απεδαφικοποίηση ή τον πολιτισμικό σχετικισμό που τις συνοδεύουν και να στραφεί, άλλοτε αργόσυρτα και άλλοτε με επιτάχυνση, σε πολιτικές πιο παρεμβατικές, εθνοκεντρικές, ενδογενούς χαρακτήρα.

Σ’ αυτό το σημείο χρειάζεται μια επισήμανση που θα μας βοηθήσει παρακάτω. Η υπεράσπιση του έθνους-κράτους οργανώνεται από δυο διαφορετικές αντιλήψεις: το σωβινισμό και τον πατριωτισμό. Ο σωβινισμός είναι η πεποίθηση ανωτερότητας και ιστορικής μοναδικότητας (υπό την έννοια του περιούσιου λαού) της εθνικής συλλογικότητας και διακρίνεται από την τυφλή πίστη στα υποτιθέμενα «ιδανικά και το πεπρωμένο του έθνους» και στην επιθετική υπεράσπιση αυτών. Ο πατριωτισμός είναι η φυσική αγάπη και υπερηφάνεια των μελών της εθνικής συλλογικότητας για τον τόπο τους και αφήνει χώρο για την κριτική αξιολόγηση και το δυνητικό επανακαθορισμό των εθνικών χαρακτηριστικών. Σε μια εξελικτική πορεία προς πιο πολύπλοκες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, αυτή η καταγωγική, (κατά τον Μπακούνιν) «φυσική πραγματική αγάπη» για την πατρίδα εκτείνεται σε δυο διαστάσεις: τον πολιτισμικό πατριωτισμό που είναι η υπερηφάνεια για την ιστορία και τα πνευματικά, επιστημονικά ή καλλιτεχνικά επιτεύγματα της πατρίδας˙ και τον κοινωνικό πατριωτισμό που είναι η υπερηφάνεια για τα κοινωνικά επιτεύγματα του έθνους, όπως το επίπεδο της δημοκρατίας, των θεσμών, της κοινωνικής συνοχής, της οικονομίας/παραγωγής ή της θέσης του μέσα στον κόσμο.

Στη σύγχρονη Ελλάδα, ο πολιτισμικός πατριωτισμός είχε ένα αχανές πεδίο να εκδιπλωθεί, καθώς αναφερόμαστε σε μια συλλογικότητα που, για πολλούς μελετητές, συγκροτεί την εθνική της ιδιοπροσωπία ήδη από την εποχή (και δια μέσω) των ομηρικών επών και των ολυμπιακών αγώνων και τη σφυρηλατεί κατά την περίοδο των Μηδικών πολέμων, 2500 χρόνια πριν, φτάνοντας μέχρι τη νεωτερική εποχή με συνείδηση αυτής της ιστορικότητας. Τα πράγματα δεν ήταν ποτέ εύκολα για τον κοινωνικό πατριωτισμό, για πολλούς λόγους που δεν είναι της παρούσης η πλήρης απαρίθμησή τους αλλά με κυριότερο αυτόν της μόνιμης καχεξίας του νεοελληνικού κράτους και των αρχουσών τάξεών του. Στη μεταπολεμική περίοδο και αφού μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 εξαντλήθηκε η υπερηφάνεια για την παραγωγική, κοινωνική και εν τέλει δημοκρατική ανασυγκρότηση μιας καθημαγμένης από τον Πόλεμο και τον Εμφύλιο χώρας, ο κοινωνικός πατριωτισμός τροφοδοτήθηκε από την εισοδηματική /καταναλωτική μεγέθυνση και σύγκλιση με τις προηγμένες χώρες της Δύσης, την υποτιθέμενη ισότιμη συμμετοχή στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το επιτυχές μαϊμούδισμα των κοινωνικών εξελίξεων από τις χώρες αυτές. Κορυφώθηκε, δε, με την επιτυχή, όσο και μοιραία, γιγαντιαία διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και έκτοτε κατέρρευσε μαζί με τη συνολική κατάπτωση της χώρας από το 2010 και μετά.

Έχω την αίσθηση ότι ένα μεγάλο τμήμα των υποστηρικτών του λεγόμενου «εθνομηδενιστικού χώρου» δεν βρίσκεται εκεί για λόγους ιδεολογικής συνάφειας ή επειδή ήθελε να βρίσκεται καβάλα στο αφρισμένο κύμα της παγκοσμιοποίησης που φάνηκε ακατανίκητο από το 1990 και μέχρι το 2008 και την παγκόσμια οικονομική κρίση αλλά γιατί δεν έβρισκε έδαφος να καλλιεργηθεί ο κοινωνικός πατριωτισμός του (όχι άδικα πολλές φορές, για όσους βιώσαμε την αποσύνθεση της ύστερης μεταπολιτευτικής περιόδου). Με δεδομένο, μάλιστα, ότι η κοινωνική διάσταση του πατριωτισμού φαίνεται από μελέτες να είναι πιο ελκυστική σε στρώματα σπουδασμένα και με μέσο εισόδημα, μπορεί να ερμηνευθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο και η μαζική, μέχρι πρόσφατα, στήριξη τέτοιων στρωμάτων προς τον εθνομηδενιστικό πόλο και τους πολιτικούς εκφραστές του. Οι αλλαγές που επισυμβαίνουν, όμως, το τελευταίο διάστημα στην Εσπερία προς μια πιο εθνοκεντρική κατεύθυνση, η κρίση της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας μετά το 2008, η γεωπολιτική ρευστότητα, η πανδημία του κορωνοϊού και κυρίως η υπαρξιακή απειλή που αντιμετωπίζει η Ελλάδα από την αδυναμία της να θεραπεύσει τις αιτίες που την οδήγησαν στη «δεκαετία των μνημονίων» και από τον απροκάλυπτα επιθετικό, πολεμικό, αναθεωρητισμό της Τουρκίας, οδηγούν σε σταδιακή αποσυσπείρωση τον εθνομηδενιστικό πόλο. Ο εθνομηδενισμός παύει να είναι μια ιδεολογική επιλογή ή ένα χιπστερικό λάιφ στάιλ αλλά γίνεται μια κυριολεκτική πιθανότητα εκμηδενισμού του ελληνικού έθνους-κράτους από εσωτερικές αδυναμίες και εξωτερικές απειλές, τις οποίες οι «εθνομηδενιστές» ούτε είχαν πάρει χαμπάρι ούτε μπορούσαν να κατευθύνουν και να το ήθελαν. Μπροστά στον ζωτικό κίνδυνο που σηματοδοτεί μια τέτοια δυνητική κατάρρευση για τη ζωή, την απασχόληση και την ασφάλειά του, ένα σημαντικό τμήμα υποστηρικτών του εθνομηδενιστικού ρεύματος θα αναπολήσει –αναπολεί- τις αρετές του κοινωνικού, τουλάχιστον, πατριωτισμού. Ο αδικαιολόγητα ισχυρός στην Ελλάδα εθνομηδενισμός υποχωρεί πια μπροστά στο μέγεθος των εσωτερικών προκλήσεων και των διεθνών εξελίξεων. Ακόμα και ο εμβληματικός του πολιτικός φορέας, ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι υποχρεωμένος σε στροφή, αν θέλει να διατηρήσει τις ελπίδες του για επιβίωση και μια μελλοντική κυβερνητική θητεία.

Την ίδια στιγμή, αποσυντίθεται και ο λεγόμενος «πατριωτικός» πόλος, καθώς ένα σημαντικό τμήμα του, εγκλωβισμένο σε λογικές τυφλού διχασμού και υποστροφής στο σωβινισμό ή τον ανορθολογισμό, κάνει στην κυριολεξία ό,τι μπορεί, σε μια κρίσιμη συγκυρία όπου συγκλίνουν η οικονομική, κοινωνική, υγειονομική και γεωπολιτική κρίση, για να ενισχύσει τις πιθανότητες εκμηδενισμού του ελλαδικού έθνους-κράτους. Δεν θα είναι, εξάλλου, η πρώτη φορά που οι «υπερπατριώτες» θα έχουν επιφέρει παραπλήσια δεινά με τους «προδότες».

Το δίπολο πατριωτισμός/εθνομηδενισμός γνώρισε πολιτικά το απόγειό του κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και οι δύο πόλοι βρέθηκαν στο ζενίθ της δύναμής τους˙ ο ένας ελέγχοντας την κυβερνητική εξουσία, ο άλλος παίρνοντας χαρακτήρα μαζικής κοινωνικής αντιπολίτευσης, με αιχμή το «μακεδονικό» αλλά και το μεταναστευτικό. Όπως συχνά συμβαίνει, το ζενίθ ακολουθεί η παρακμή. Και οι δύο πόλοι, όσο θα εξασθενεί η συνοχή τους, θα αναγκαστούν να οδηγηθούν σε λογικές ιδεολογικής και πολιτικής σκλήρυνσης. Ιδιαίτερα ο εθνομηδενιστικός χώρος (δεξιών, αριστερών και «αντισυστημικών» καταβολών), με την προνομιακή επιρροή και απολυταρχική εξουσία που ασκεί σε συγκεκριμένες κοινωνικές λειτουργίες (εκπαίδευση, τέχνη, πνευματική ζωή, ενημέρωση) θα οδηγηθεί σταδιακά σε λογικές και πρακτικές επιθετικού και σεκταριστικού φονταμενταλιστικού υπερφιλελευθερισμού.

Από την πιο πάνω ανάλυση δεν συνάγεται το συμπέρασμα πως ο πατριωτισμός έχει πάψει να αποτελεί ζωτική ανάγκη για την Ελλάδα ούτε πως ο εθνομηδενισμός έχει πάψει να είναι επικίνδυνος. Αυτό που αχνοφαίνεται, όμως, υπό το πρίσμα ραγδαίων εσωτερικών και διεθνών εξελίξεων, είναι ότι η οργάνωση της πολιτικής και ιδεολογικής διαπάλης γύρω από το δίπολο πατριωτισμός/εθνομηδενισμός δεν αρκεί πια (ή ακόμα, και να έχει ξεπεραστεί από τις ανάγκες της συγκυρίας). Εξάλλου, η επινόηση και προβολή τέτοιων δίπολων περισσότερο έχουν να κάνουν με τη σχηματοποίηση της πολιτικής επικοινωνίας, ώστε να διευκολυνθεί η χάραξη των γραμμών της πολιτικής αντιπαράθεσης σε μια δεδομένη στιγμή, παρά με την κοινωνική πραγματικότητα, η οποία είναι πολύ πιο σύνθετη και ποικίλη από τα αντιθετικά ζεύγη που την περιγράφουν. Η πλειοψηφία των πολιτών δεν αναγνώρισε ποτέ ευθέως και με διάρκεια τον εαυτό της μέσα σε έναν από τους δύο συγκρουόμενους πόλους. Ίσως ευτυχώς, διότι αν αυτό είχε συμβεί, τότε το υπόστρωμα για μια εμφυλιοπολεμική σύγκρουση θα είχε ενισχυθεί σε μείζονα βαθμό. Αντίθετα, η καθημερινή εμπειρία δείχνει ότι έχει δημιουργηθεί, μέσα στο καμίνι της μνημονιακής κρίσης αλλά και πιο πρόσφατα με την υγειονομική κρίση του covid-19, ένα πρόπλασμα που αποζητά την ανανέωση σε όλο το εύρος των κοινωνικών λειτουργιών. Ένας, ρευστών ακόμη αντιλήψεων, αριθμός ανθρώπων, ποικίλων ενασχολήσεων και διαφορετικών αφετηριών – άνθρωποι της παραγωγής (βιομηχανικής ή αγροτικής), νέοι επιστήμονες, τεχνικοί και μάστορες, νέοι διανοούμενοι, αθόρυβοι καλλιτέχνες, στελέχη του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου τομέα, μετανάστες στο εξωτερικό, κ.ά. – οι οποίοι μπόρεσαν να επιβιώσουν και να σταθούν στα πόδια τους κατά την καταστρεπτική οκταετία των μνημονίων, φέρουν πια το απαραίτητο φορτίο αυτοπεποίθησης που απαιτείται για να οδηγηθούν στο επόμενο βήμα. Δηλαδή, στη βούληση αντικατάστασης των παλιών ελίτ και ανάληψης της ευθύνης νέων αρχηγεσιών. Τα νέα αυτά στρώματα, όμως, δεν έλκονται από κραυγές, οιμωγές και κατάρες. Επιζητούν ένα λόγο θετικό, τεκμηριωμένο και ταυτόχρονα αποφασιστικό που θα δείχνει ότι υπάρχει συνολική διέξοδος στο ελληνικό αδιέξοδο. Έχουν αφήσει πίσω τους τη ρητορική και την αισθητική των πρώτων χρόνων του αντι-μνημονιακού αγώνα και τις υπεραπλουστεύσεις που τον συνόδευαν.

Αν η παραπάνω ανάλυση ακουμπάει στοιχειωδώς στην υπό διαμόρφωση πραγματικότητα της χώρας, τότε ο δημοκρατικός πατριωτικός χώρος δεν αρκεί να ξεκόψει με τις διχαστικές και εμφυλιοπολεμικές λογικές των περί ων ο λόγος άνωθεν πατριωτών (με τους εθνομηδενιστές έχει ξεκόψει εδώ και δυο δεκαετίες). Πρέπει να οργανώσει την πολιτική του παρέμβαση στον κρίσιμο και επείγοντα στόχο της σταδιακής αναγέννησης του τόπου, προκρίνοντας την καταλλαγή και τη συνεννόηση της πλειοψηφίας και αντιπαλεύοντας την τάση εμφυλιοπολεμικής αποδιάλυσής του.

Η εθνική αναγέννηση δεν είναι ένας αφηρημένος στόχος αλλά συντίθεται από επιμέρους στοχεύσεις: την ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση και την υποχώρηση του παρασιτισμού, την πρόκριση της κοινωνικής συνοχής, την ενίσχυση της εθνικής άμυνας, το γεωπολιτικό πλουραλισμό, την ενεργειακή και διατροφική αυτονομία, την προστασία των οικοσυστημάτων, την ανάταση της παιδείας και του πολιτισμού, την αναστροφή της δημογραφικής συρρίκνωσης. Σε αυτόν το στόχο, ο πολιτισμικός και κοινωνικός πατριωτισμός αποτελούν το απαραίτητο υπόστρωμα για να σχεδιαστούν στρατηγικές και να αξιολογηθούν πολιτικές. Η σύνθεση των δύο διαστάσεων του σύγχρονου πατριωτισμού θα ήταν ευκταία αλλά και η παράλληλη, χωρίς αντιπαραθέσεις, λειτουργία τους αποτελεί ικανή συνθήκη για να υπηρετηθεί αποτελεσματικά μια αναγεννητική στρατηγική.

Τελειώνοντας, και επειδή η πολιτική διαπάλη συνηθίζει να λειτουργεί με δίπολα για να γίνεται αντιληπτή και να είναι επιδραστική, κρίνω ότι η σταδιακή εξασθένιση του δίπολου πατριωτισμός/εθνομηδενισμός θα πρέπει να οδηγήσει στην αντικατάστασή του με το περιεκτικότερο και πιο απαιτητικό δίπολο εθνική αναγέννηση/εθνική καταρράκωση. Και είναι πιο απαιτητικό διότι ο ένας πόλος (εθνική αναγέννηση) υποχρεώνεται να ενσωματώσει πέραν του πολεμικού λόγου και το δημιουργικό. Αίσθησή μου είναι ότι σε κάθε πλευρά του νέου δίπολου θα συναντήσουμε ανθρώπους που μέχρι πριν λίγο καιρό ονομάζαμε «πατριώτες» και ανθρώπους που πριν λίγο καιρό ονομάζαμε «εθνομηδενιστές».

Total Page Visits: 353 - Today Page Visits: 1