Οι Αρμένιοι αποχωρούν από περιοχές του Αρτσάχ καταστρέφοντας τις περιουσίες του για να μην πέσουν στα χέρια των Αζέρων.

Του Γιώργου Καραμπελιά*

Πολλοί Έλληνες ένιωσαν έκπληξη  κατά την πρόσφατη σύγκρουση στο Ναγκόρνο Καραμπάχ  όταν η Ρωσία, παρότι συνδεδεμένη με στρατιωτική συμμαχία με την Αρμενία, άφησε να εξελιχθεί η Αζερική επίθεση με την άμεση συμμετοχή της Τουρκίας.  Και μόνο όταν οι Αζέροι, οι Τούρκοι και οι τζιχαντιστές μισθοφόροι τους κέρδισαν τους βασικούς τους στόχους, επί του πεδίου, έχοντας αποκόψει εντελώς το Ναγκόρνο Καραμπάχ από την Αρμενία, οι Ρώσοι οδήγησαν τους Αρμένιους  σε μια επονείδιστη συμφωνία – συνθηκολόγηση. Ο εκβιασμός της Ρωσίας μπόρεσε να υλοποιηθεί καθώς οι Αρμένιοι είχαν αφεθεί ανυπεράσπιστοι  για πολλές εβδομάδες. Το αντάλλαγμα ήταν να σταματήσει η επέλαση των ισλαμικών δυνάμεων και η «διασφάλιση» (ποιος ξέρει για πόσο)  μιας δήθεν δυνατότητας επικοινωνίας μέσω ενός διαδρόμου πλάτους πέντε χιλιομέτρων ελεγχόμενου από τους Ρώσους, σε συνεργασία με τους  Τούρκους.

Η Ρωσία στα πλαίσια της ευρασιανικής της στρατηγικής  επιθυμεί να συσφίξει τις σχέσεις της με τους τουρκόφωνους  μουσουλμάνους του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας και κατ’ επέκτασιν την Τουρκία.. Αυτά ακριβώς αποκαλύπτει και μια συνέντευξη του στρατηγικού νου της Ευρασιατικής πολιτικής της Ρωσίας, του Αλεξάντερ Ντούγκιν, στον  Αζέρο δημοσιογράφο Φουαντ Μουχτάρχ σε ανύποπτο χρόνο, τον Απρίλιο του 2019, Ο Ντούγκιν σε αυτή τη συνέντευξη υποστήριζε ήδη πως: «Το σχέδιο του Λαβρόφ για το Καραμπάχ δεν είναι κάτι νέο. Οι θέσεις που συζητήθηκαν σήμερα στις διαπραγματεύσεις είχαν τεθεί στα δύο μέρη ήδη πριν από αρκετά χρόνια ». Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο, το οποίο, όπως είπε, «υποστηρίζεται από τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν και τον υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, η Αρμενία θα πρέπει να απελευθερώσει πέντε από τις επτά κατεχόμενες περιοχές, και μετά θα μπορεί να δημιουργηθεί ένα εντελώς νέο μοντέλο σχέσης». Δηλαδή ακριβώς ότι συνέβη τις τελευταίες εβδομάδες, ενάμιση χρόνο μετά τη συνέντευξη Ντούγκιν.

Και συνεχίζει: «Στο πλαίσιο των ταχέως αναπτυσσόμενων σχέσεων Αζερμπαϊτζάν-Ρωσίας, η στρατιωτική αντιπαράθεση δεν είναι επωφελής για τη Ρωσία. Αυτή η κατάσταση είναι απαράδεκτη για το Αζερμπαϊτζάν». «Οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Αζερμπαϊτζάν είναι προς το παρόν πιο λογικές και συνεπείς, διότι οι θέσεις του Πούτιν και του Αλίγιεφ σε πολλά θέματα συμπίπτουν.» «Πριν από λίγο καιρό, πραγματοποιήσαμε ένα συνέδριο λόγω του γεγονότος ότι το Αζερμπαϊτζάν είναι ο κύριος στρατηγικός σύμμαχος της Ρωσίας στον Νότιο Καύκασο».

«Εμείς, παρά τη στρατιωτική συμμαχία, δεν στεκόμαστε πίσω από την Αρμενία και δεν την υποστηρίζουμε σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναγνωρίσουμε την ανεξαρτησία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η υποστήριξή μας προς την Αρμενία μειώνεται σταδιακά.» Και το κερασάκι στην τούρτα: «Μαζί με το Αζερμπαϊτζάν και την Τουρκία που εντάχθηκαν στη διαδικασία, η Ρωσία θα παράσχει βοήθεια για την οικονομική ανάπτυξη της Αρμενίας. Η Αρμενία θα αποκομίσει σημαντικά οφέλη ως αντάλλαγμα για την επιστροφή των πέντε περιοχών στο Αζερμπαϊτζάν».

Δηλαδή φαίνεται καθαρά πως η Ρωσία αποτέλεσε μέρος ενός τριμερούς αντιαρμενικού σχεδιασμού και καθόλου δεν αιφνιδιάστηκε από τους Αζέρους, όπως υποστηρίζουν διάφοροι εγχώριοι υποστηρικτές των ρωσικών θέσεων. Εξάλλου  ο Ντούγκιν στον Ευρασιατικό του σχεδιασμό δίνει ιδιαίτερη σημασία στο ρόλο των Αζέρων, τόσο για τη στρατηγική τους θέση, όσο και γιατί  αποτελούν έναν ισχυρό σύνδεσμο με την Τουρκία, ως Τουρκόφωνοι. Γι’ αυτό και οι επισκέψεις του στο Μπακού ήταν ιδιαίτερα συχνές.

«Καλά να πάθουν οι Αρμένιοι»

Όμως αυτή η ιταμή και προσχεδιασμένη παράδοση του Καραμπάχ από τον Πούτιν στην Τουρκοαζερική συμμαχία αναζωπύρωσε μια έντονη ιδεολογική διαμάχη στο εσωτερικό του άλλοτε μάλλον ενιαίου πατριωτικού χώρου γύρω από τη στάση της Ρωσίας, όχι μόνο απέναντι στους Αρμενίους αλλά και απέναντι στην Ελλάδα – δεδομένης της συμμαχίας της με την Τουρκία. Πράγματι όσο Τουρκία και Ρωσία συγκρούονταν στη Συρία, ο χώρος αυτός ήταν σχετικά ενιαίος αλλά έπαψε να είναι από τη στιγμή που Ρώσοι και Τούρκοι  άρχισαν να συνεργάζονται όλο και πιο στενά μετά το 2016.

Για ένα σημαντικό τμήμα οπαδών της Ρωσίας, οι οποίοι ανήκουν σε όλα τα πιθανά και απίθανα περιβάλλοντα, από την άκρα δεξιά τον ορθόδοξο χώρο και την Εκκλησία έως την άκρα αριστερά, προβάλλεται μία πολιτική άκριτης υπεράσπισης της Ρωσίας και των επιλογών της. Και όλα αυτά παρά τις αρνητικές  για τα εθνικά μας συμφέροντα θέσεις της και πάρα την προμελετημένη παράδοση των Αρμενίων στους προαιώνιους σφαγείς τους. Μάλιστα, μέσα από εφημερίδες, ιστοσελίδες, εκπομπές – το Facebook πρωτίστως– υποστηρίζεται πως η Αρμενία τιμωρήθηκε γιατί δεν ήταν αρκετά φιλορωσική! Κάποιοι μάλιστα έφθασαν να υποστηρίζουν πως  στο Καραμπάχ  έχασε η Τουρκία και κέρδισε η Ρωσία! Παράλληλα καταγγέλλουν σε όλους τους τόνους τη «Δύση» και την Ευρωπαϊκή Ένωση που «δεν στήριξαν το Καραμπάχ», αποσιωπώντας το γεγονός πως η  εμπλοκή της Ρωσίας και της Τουρκίας στην υπόθεση έκανε πολύ δύσκολη την ανάμιξη άλλων δυνάμεων και μάλιστα απομακρυσμένων από το πεδίο, – παρότι βέβαια και οι Δυτικοί δεν έκαναν ότι έπρεπε.

Αρκετοί από τους κυνικότερους ή τους αφελέστερους συμπληρώνουν πως οι Αρμένιοι έπαθαν ότι έπαθαν γιατί δεν ήταν πειθήνια όργανα του Πούτιν. «Καλά να πάθουν» λοιπόν, ξεχνώντας να πουν πως οι Αρμένιοι πιθανότατα  έπαψαν να είναι με  τη Ρωσία ακριβώς γιατί έβλεπαν τις στενές της σχέσεις με τους Αζέρους και τους Τούρκους που προοιωνίζονταν τα χειρότερα γι’ αυτούς. Ακριβώς γιατί έβλεπαν πως το γεωπολιτικό βάρος της Αρμενίας ήταν πολύ μικρότερο από τους νέους συμμάχους του Πούτιν και την ισλαμορωσική ευρασιανική συμμαχία που προωθεί ένα μεγάλο μέρος του Κρεμλίνου. Γιατί έχουν νιώσει στο πετσί τους πως όσο η Ρωσία τους χρειαζόταν μπορούσαν κάτι να περιμένουν από αυτή, αλλά όχι πλέον.

«Καλά να πάθουν» λοιπόν οι Αρμένιοι και κατ’ επέκταση οι Έλληνες που εξακολουθούν να συντάσσονται με τη Δύση.

Να θυμίσω ότι αυτή η άκριτη φιλορωσική πολιτική  έχει μακρά προϊστορία στην Ελλάδα. Αρχίζοντας από τη συμμαχία Λένιν-Κεμάλ φθάνοντας στη σημερινή συμμαχία Πούτιν-Ερντογάν. Δυστυχώς, η συμμαχία μας με το ξανθό γένος, αποφασιστικής σημασίας κατά τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1829, τελείωσε με τον Κριμαϊκό Πόλεμο, το 1853. Έκτοτε, η ρωσική πολιτική υπήρξε εχθρική και κοντόφθαλμη απέναντί μας, προωθώντας αρχικώς τον σλαβικό και κατ’ εξοχήν βουλγαρικό εθνικισμό και επεκτατισμό σε βάρος της Ελλάδας με το μακεδονικό. Στη συνέχεια, τη σκυτάλη θα την πάρουν οι μπολσεβίκοι που θα αναστήσουν το ετοιμοθάνατο οθωμανικό τέρας, χρηματοδοτώντας και εξοπλίζοντας τον Κεμάλ ενώ θα συνεχίσουν να ανακινούν το μακεδονικό ζήτημα. Μόνο σε μία περίπτωση, στο Κυπριακό ζήτημα, θα συνταχθούν με τους ελληνοκύπριους, και κατ’ επέκταση με τα ελληνικά συμφέροντα, μια και η Κύπρος αμφισβητούσε την αγγλική και Νατοϊκή κυριαρχία. Όμως το 1974 και ενώ εμείς μιλάμε μονίμως, και δικαίως, για τον Κίσινγκερ, αποκρύπτουμε το γεγονός ότι η Ρωσία έδωσε τότε το οκέι στον Ετσεβίτ για να εισβάλει στην Κύπρο.

Εντούτοις, επειδή η ένταξη της Ρωσίας στο ευρωπαϊκό στρατόπεδο, σε βάθος χρόνου είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του ελληνισμού και της ορθοδοξίας, αλλά και το μέλλον της Ευρώπης δεν μπορούμε και δεν πρέπει να ιδεολογικοποιούμε σε μια αντιρωσική κατεύθυνση –όπως κάνει ένα κομμάτι γιάπηδων της κεντροδεξιάς, που νομίζει ότι βρίσκεται στην Ουάσιγκτον– τη σημερινή αντίθεσή μας στην προσέγγιση Ερντογάν-Πούτιν και τον ευρασιανισμό. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε την κοινή σε ένα σημαντικό ποσοστό πολιτιστική μας κληρονομιά, ιδιαίτερα την ορθοδοξία, ούτε ότι κάποτε συμπορευτήκαμε στην αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Επί πλέον, δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι η Ρωσία δεν επιθυμεί, τουλάχιστον ακόμα, την ολοκληρωτική παράδοση της Κύπρου στους Τούρκους. Γι’ αυτό και οι σχέσεις πρέπει να συνεχίζονται και να επενδύουμε και στη «δημόσια διπλωματία», ενισχύοντας την πολιτιστική μας παρουσία στη Ρωσία. Εξάλλου, όλοι οι Ρώσοι δεν συμφωνούν με τις επιλογές του Πούτιν, πόσο μάλλον με εκείνες του Ντούγκιν.

* Δημοσιεύθηκε στην “Μακεδονία της Κυριακής” στις 15/11/2020

Total Page Visits: 101 - Today Page Visits: 3

By Γιώργος Καραμπελιάς

Γεννήθηκε το 1946 στην Κ. Αχαΐα. Από το 1964 έως το 1967, φοιτητής της Ιατρικής ενώ το 1967-1973 σπούδασε Οικονομία στο Παρίσι. Το 1964 μέλος της Νεολαίας Λαμπράκη και μετά το 1966 δραστηριοποιείται εκτός κοινοβουλευτικών κομμάτων. Συνελήφθη από τη δικτατορία, συμμετείχε στο «Αντιφασιστικό Κίνημα Ελλάδας» και δραστηριοποιείται στον «Μάη του ’68» στη Γαλλία. Στην Ελλάδα, μετά το 1974 δραστηριοποιείται στα εργοστασιακά σωματεία και σε κινητοποιήσεις υπέρ της Κύπρου. Μέλος της Οργάνωσης «Ρήξη (1980-1989), των «Οικολόγων–Εναλλακτικών» (1989-1993), της «Σπίθας» και του «Κινήματος Άρδην». Από το 1968 έως το 1974 εξέδιδε τον «Αντιφασίστα»· από το 1975 έως το 1979 το «Πολιτικό Δελτίο Πληροφόρησης»·από το 1979 έως το 1993 το περιοδικό Ρήξη. Από το 1995 εκδίδεται το Άρδην, το 2006 η εφημερίδα Ρήξη, το 2011 ο νέος Λόγιος Ερμής. Το 1980, δημιουργείται το «Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο» και οι «Εναλλακτικές Εκδόσεις». Έχει γράψει πάνω από 40 βιβλία, καιμετά το 1989 επικεντρώνεται στη μελέτη της ιστορίας, ως του επικέντρου των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων στην Ελλάδα. Μπροστά σε μία παρακμή που απειλεί τους Έλληνες με ιστορική έκλειψη, απορρίπτει το σχήμα Αριστερά-Δεξιά, προτάσσοντας τη σημασία του έθνους και έναν «ελληνικό δρόμο» σύνθεσης ατομικού και συλλογικού μπροστά στα αδιέξοδα κολεκτιβισμού και ατομικισμού. Κείμενα, αποσπάσματα από βιβλία του και βίντεο από τηλεοπτικές εκπομπές μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα www.ardin-rixi.gr